|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο coast παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: live | oak
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | coast n | (land by the sea) (γη δίπλα στην θάλασσα) | ακτή, ακρογιαλιά ουσ θηλ | | | | παράλια ουσ ουδ πλ | | | There are fine beaches on the coast. | | | Υπάρχουν εξαιρετικές παραλίες στην ακτή. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το πλοίο κινείται κοντά στα παράλια της Μικράς Ασίας. | | coast⇒ vi | (move without power) (κινούμαι χωρίς δύναμη) | κυλάω, τσουλάω ρ αμ | | Σχόλιο: Περιπτώσεις όπως η πρόταση του παραδείγματος αποδίδονται περιφραστικά, πχ «Κατέβηκε τσουλώντας την πλαγιά με το ποδήλατό της». | | | She coasted downhill on the bicycle. | | coast vi | (apply little effort) | δεν καταβάλω προσπάθεια, δεν προσπαθώ περίφρ | | | (καθομιλουμένη) | χαζεύω, χαζολογώ ρ αμ | | | She has been coasting all year and doesn't expect to pass her exams. | | | Δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια όλο τον χρόνο και δεν περιμένει να περάσει τις εξετάσεις της. | | coast through [sth] vi + prep | (apply little effort) | τα πάω πολύ καλά χωρίς να καταβάλω ιδιαίτερη προσπάθεια περίφρ | | | (καθομιλουμένη) | είναι παιχνιδάκι για μένα έκφρ | | | He is coasting through the maths course. | | | Τα μαθηματικά είναι παιχνιδάκι για εκείνον. | | the Coast n | US (West Coast of the US) | η Δυτική Ακτή φρ ως ουσ θηλ |
|
|